γιατί είναι πολύ ίου βρε παιδιά. Ξενέρωτες. =.=
όχι και στους κρυόκωλους
γιατί κι αυτοί δεν πάνε πίσω! Το "Αμήν" μας βγάζουν! =.=
Όχι παιδιά στις ψόφιες,
Τελευταία επανάληψη του κομματιού! Γιούπιιιιιιιι!
όχι στους σοβαρούς
Και πάλι διαφωνώ. =.=
Ένα blog για όσους θέλουν να ξεκουράζονται διαβάζοντας τις μικρές λεπτομέρειες στην ζωή μας που κάνουν την διαφορά.
(Τώρα που τη βλέπω πρέπει να τη ζωγραφίσω και σε αυτή την πόζα τη Yuki!)












Πηγή φωτογραφίας: deviantart
"Είχε νυχτώσει ήδη. Το λιγοστό φως του φεγγαριού τρυπούσε μέσα από τις παλιές κουρτίνες του δωματίου όπου κυριαρχούσε η ησυχία. Στο κρεβάτι δίπλα από το παράθυρο ήταν ξαπλωμένη μια νέα κοπέλα με τα άτια ορθάνοιχτα. Έβλεπε πως η σκιά άφηνε το φως της Σελήνης να εισβάλει στα εδάφη της και μετρούσε κάθε σαντιμέτρ που κέρδιζε το φως στη μάχη εκείνη.
Άλλη μια άγρυπνη νύχτα. Εφτά στο σύνολο όλες οι άγρυπνες νύχτες που είχε περάσει. Τα μάτια της κοίταξαν αλλού, αφήνοντας για λίγο την εμπόλεμη ζώνη στο πάτωμα, και εστίασαν στις ρίγες που είχε το σεντόνι του κρεβατιού της. Κίτρινο, μπλε, πράσινο, άσπρο, ροζ, μωβ, κόκκινο... Κόκκινο. Λάθος χρώμα. Ένιωσε το λαιμό της να ξερένεται και τα μάτια της κοίταξαν το ταβάνι.
«Υπάρχει μόνο μαύρο και άσπρο. Κανένα άλλο χρώμα. Μαύρο και άσπρο. Μαύρο και άσπρο. Τίποτα άλλο εκτός από μαύρο και άσπρο» άρχισε να λέει ενώ έσφιγγε τα δόντια της. Τα σκασμένα χείλη της κουνιόντουσαν με τρελή ταχύτητα καθώς έλεγε ψιθυριστά αυτά τα λόγια. Σταμάτησε όταν η κατάσταση του λαιμού της δεν της επέτρεψε την επανάληψη των χρωμάτων.
Ήξερε πόσο εξαντλημένο ήταν το σώμα της αφού εκείνη η ίδια το είχε φέρει σε εκείνη την κατάσταση. Έτρεμε ολόκληρη νιώθοντας παγωμένα τα πόδια της ενώ διένυε τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να κουνήσει κάποιο μέλος του σώματός της γιατί δεν υπήρχε ούτε μια στάλα δύναμης μέσα της. Ψυχικής και σωματικής. Ήξερε βέβαια πως η μια φέτα ψωμί που έφαγε το μεσημέρι συνέβαλε σε αυτήν της την κατάσταση αλλά δεν μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα.
Ο λαιμός της επιζητούσε λίγο νερό, το είχε ανάγκη. Κίνησε πάλι τα μάτια της προς την πόρτα. Κοίταξε κάτω στο πάτωμα και είδε την -παγωμένη πια- σούπα της και ένα ποτήρι νερό. Φανταζόταν πως θα έτρεχε προς τα εκεί σαν αγρίμι, χρησιμοποιώντας ηράκλεια δύναμη. Έβλεπε πως θα έπιανε το ποτήρι με τρεμάμενα χέρια, φοβούμενη πως θα το χύσει όλο κάτω. Ένιωθε την αίσθηση του κρύου νερού στα ξερά της χείλη και την ανακούφιση του λαιμού της στο υγρό. Ήξερε ήδη το δρόμο που θα τραβούσε η μια γουλιά που θα έπινε... Τότε το στομάχι της διπλώθηκε στα δύο και η όποια επιθυμία της για νερό χάθηκε στη στιγμή. Επέστρεψε στην πραγματικότητα και έπεισε τον εαυτό της πως δε βρισκόταν σε θέση να ενδιαφέρεται για την υγεία της.
Τα μάτια της καρφώθηκαν και πάλι στο πάτωμα. Πολλά είχαν συμβεί εκεί ενώ εκείνη ονειροπωλούσε. Το φως υποχωρούσε και η σκιά επέστρεφε θριαμβευτικά στα παλιά της λιμέρια. Παρέμεινε ακίνητη ξέροντας πως γνώριζε το τέλος εκείνης της μάχης πριν καν αρχίσει.
«Η σκιά νικάει πάντα, όσο ισχυρό κι αν είναι το φως...» ψιθύρισε και τα μάτια της παρέμειναν κλειδωμένα στην υποχώρηση του φωτός."
