Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Άστα διάλα Σαλόνικα (όχι, ακόμη την αγαπώ :Ρ )

Καλησπέρα!

Και που λέτε, ακόμη μια άσκοπη ανάρτηση ακολουθεί. Γιατί τζιζ, δεν είμαι όλο φιλοσοφικές ανησυχίες. Τότε θα έπρεπε να κλειστώ στο τρελάδικο.

Ώπα ώπα όχι! Δεν είμαι έτσι. Εντάξει, είμαι καλά ακόμη. :Ρ


Και που λέτε, πήγα Σαλόνικα αργά το βράδυ την Παρασκευή. Εκεί που είχε τελειώσει η γιορτή και ήμουν ακόμη με το φουσκωμένο, αλά ροκιά στυλ, μαλλί, πήγα σπίτι μου για δεκαπέντε το πολύ λεπτά, έφαγα κάτι παγωμένα σνίτσελ γιατί πραγματικά ήμουν έτοιμη να λιποθυμήσω από την πείνα και πήγα κατευθείαν στο τρενό με τη μητερα μου.



Στο τρένο πάλι έλυνα σουντόκου μέχρι τη μία, μετά αποκοιμηθήκα -δεν ξέρω πως- μέχρι τις τρεις και μετά μάτι δεν έκλεισα. Παρέμεινα ξύπνια μέχρι την ώρα που φτάσαμε Σαλόνικα. Στις στάσεις ήμουν έτοιμη να πάρω τηλ μερικά παιδιά αλλά τελικά τα λυπήθηκα και είπα να τα αφήσω να κοιμηθούν.



Και τσούκου τσούκου περιμένοντας το λεωφορείο Νο52, που δεν ήρθε ποτέ, με το λεωφορείο Νο51 φτάσαμε στον προορισμό μας. Μετά από πολύ φαί που μου πρόσφεραν, λίγο κάψιμο με τους συγγενείς, διαπίστωση πως η Λίζα έχει αδυνατίσει και έχει ψηλώσει πολύ, ετοιμαστήκαμε για το γάμο. Και να σου η Λίζα να έχει σκάσει με το μαύρο κολλάν. Τι το ήθελα καλοκαιριάτικα, ένας Θεός ξέρει. Βέβαια ταίριαζε με το φόρεμα οποτε... μπρος τα κάλη!


Και τσούπα τσούπα φτάσαμε στην εκλησσία, πήραμε και τη νύφη από το σπίτι της με το κλασικό, ποντιακό τρόπο, τρομάξαμε τους κατοίκους της περιοχής και μπήκαμε στο ναό. Εκεί εγώ αποκοιμήθηκα -μην ξεχνάμε πως δεν είχα κοιμηθεί καθόλου και όλη την Παρασκευή ήμουν στην τσίτα με το σχολείο :Ρ - και με ξυπνούσε η ξαδέλφη μου κάθε φορά που έπρεπε να σηκωθώ όρθια. Είμαι πολύ θεούσα, το ξέρω :Ρ




Και τσουπ! φτάσαμε στην Κλεοπάτρα -έτσι λεγόταν το κέντρο- και να πάω στο τραπέζι τρέχοντας σχεδόν. Είδα όλα τα φαγητά, τα λιγουρεύτηκα και μετά από λίγα έφαγα κάτι ψηλά. Λίγο χαβιάρι, λίγο ψωμάκι, λίγη τυρόπιτα, πολύ αναψυκτικό (μη με φας Ρέα!) και ήμουν χορτάτη. Όταν άρχισαν οι ποντιακοί χοροί ε καλά, δε χρειάζεται να αναφέρω πως ήμουν αμέσως μέσα στο χορό Β). Τι σόι Πόντια είμαι; Γκαντ, το καταευχαριστήθηκα! Ήταν τόσο ωραίο το να βλέπεις τον κόσμο -μιλάμε για 60-100 άτομα περίπου) να χορεύει και να τραγουδάει όλη την ώρα!


Η μάνα εν κρύο νερόν και σο ποτήρ' κε μπαίν

Και ντούπου ντούπου οι χοροί και μετά από την επίμονη φωτογράφο που ήθελε να με βγάλει φωτογραφία -κατά τα λεγόμενα του πατέρα μου βγήκα σα μια σκύλα business woman :Ρ - ζντουπ! η Λίζα κοιμάται στα πόδια της ξαδέλφης της.^_^ Και μετά να ξυπνάει για να χορέψει πάλι ποντιακούς χορούς -πήρε ενέργεια βλέπετε- και μετά ζνουπ²! πάλι ύπνος στα πόδια της ξαδέλφης. Σαν τη Saya ένιωσα που όλο κοιμόταν στα τελευταία επεισόδια.


Επιστρέψαμε στο σπίτι που λέτε και τις επόμενες μέρες τις πέρασα μαθαίνοντας πόκερ, τρώγοντας πιλμένι, μαθαίνοντας πως αδυνάτισα αλλά κράτησα την περιφέρεια -.- , θέλοντας να επιστρέψω Αθήνα για να διαβάσω αλλά και να ζωγραφίσω την Diva και μια τρελή χαρά!



Και έφτασε η μέρα της επιστροφής όπου έτρεχα μέσα στη βροχή με τη μητέρα μου να μου τσιρίζει να μπω στο αμάξι/να πάω κάτω από το υπόστεγο για να μη βραχώ. Που μυαλό όμως το τρελοκάτσικο που λέγεται Λίζα; :Ρ Είπαμε, αγαπάμε τη βροχή! Και φτάσαμε στο τρένο όπου μπήκαμε μέσα με το βιβλίο της Αγκάθυ Κρίστυ στο δεξί μου κουλό χέρι, τη βαλίτσα στο αριστερό χέρι και ένα κρουασάν παραμάσχαλα.


Μέσα στο τρένο λοιπόν από πίσω μας καθόταν ένα παλικαράκι... καλό παλικαράκι :Ρ Διάβαζε Χάρι Πότερ -το έκτο βιβλίο παρακαλώ- και το κατάλαβα γιατί όταν γύρισα το κεφάλι μου, διάβασα τον τίτλο ενός κεφαλαίου που έλεγε: Η σπηλιά. Τότε θυμήθηκα τον Ντάμπλντορ και άρχισα να βρίζω τον Ρέγκουλους Μπλακ. :Ρ Τέσπα, έμεινα με την Αγκάθα Κρίστυ, πονούσε η πλάτη μου, έβηχα σιγανά για να μην ξυπνήσω τη μητέρα μου, καθόμουν και χτυπιόμουν για να καταλάβω ποιος είναι ο δολοφόνος και έβριζα τους υπεύθυνους του τρένου που καθυστερήσαμε μία ολόκληρη ώρα!




Φτάνουμε Αθήνα και να σου η Λίζα άρρωστη! Φορώντας πιτζάμες έφτιαξα αμέσως τσάι ενώ εξηγούσα με βραχνή φωνή στον πατέρα μου πόσο άσχημη ήταν η νύφη. Φυσικά τσακώθηκα με τη μητέρα μου εάν πράγματι ήταν άσχημη ή όχι αλλά τελικά εγώ νίκησα Β) . Μου είπε συγχαρητήρια ο πατέρας μου για τις φωτόζ που τράβηξα (ε καλά τώρα, ο φωτογράφος Λίζα ήταν εν δράση :Ρ ) και μετά πήγα για νανί.


Και ποιο είναι τελικά το συμπέρασμα; Είναι Θεσσαλονίκη είναι μια άτιμη πόλη. Πήγα για ένα γαμό και επέστρεψα με βήχα, πόνο στο κεφάλι, πόνο σε όλο το σώμα και την αίσθηση πως έχει σαπίσει ο οργανισμός μου... και όλα αυτά κατά τη διάρκεια εξετάσεων. ο.Ο
Εντάξει καλά τα πήγα σήμερα και στο πιάνο και στη μουσική δωματίου (περαστικά κύριεεεεεεεε!) αλλά και στην αρμονία (Ο.Ο).



Tελική Πληροφορία: Άστα διάλα Σαλόνικα.



'Νύχτα!






Υ.Γ. Νο1 Όλες οι εικόνες είναι από deviantart εκτός από την μπουμπουνιέρα που την έβγαλα εγώ. :Ρ
Νο2 Αλλαγή εμφάνισης γιατί για γάμο μιλάμε αυτή την περίοδο :Ρ

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Έχεις δίκιο.

Ναι έχεις δίκιο.
Κανω λάθη συνέχεια.
Έχεις δίκιο.
Δεν το κάνω σωστά.
Εντάξει, έχεις δίκιο.
Είμαι στον κόσμο μου και δε δουλεύω.
Χμ.. πριν λίγο κι εσύ αυτό έκανες αλλά εντάξει, έχεις δίκιο.




Tελικά πράγματι είμαι σα μια μαμά. Συμπεριφέρομαι προστατευτικά στους άλλους, οπισθοχορώ πάντα για να μην εκνευρίζονται οι άλλοι, προσπαθώ να τους ηρεμώ ακόμη κι αν καταπατώ τις επιθυμίες μου αλλά αυτό τελικά δεν είναι τόσο καλό όσο νόμιζα.


Γιατί αυτό όμως Λίζα;

Γιατί πολύ απλά δεν ξέρω εάν η σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο ανθρώπων βασίζεται στην υπομονή του ενός και τη συγκατάβασή του ή στο πραγματικό "κλικ" που υπάρχει μεταξύ τους.



Στην αρχή όμως αυτό το "κλικ" θα ήταν εμφανέστατο, σωστά;
Ναι γιατί αλλιώς δε θα είχε ξεκινήσει τίποτα. Μήπως όμως το "κλικ" αυτό ήταν για τις ομοιότητες των χαρακτήρων των δύο αυτών ανθρώπων; Μήπως έχουν κοινά κάποια "κακά όπως μας αρέσει να τα φωνάζουμε, χαρακτηριστικά τα οποία τους συνδίασαν με ένα παράξενο τρόπο;

Ποια είναι αυτά τα κακά χαρακτηριστικά;
Τώρα πραγματικά δεν ξέρεις; Όταν και οι δύο είναι πεισματάρες (ουπς! αποκάλυψα το γένος), στρίγγλες και εκνευριστικές η μία στην άλλη τότε πως δεν μπορούν να βρουν ένα κοινό σημείο;


Και τελικά ποιος έχει δίκιο; Η Α ή η Β;
Τι εννοείς;


Είπες στην αρχή πως έχεις άδικο άρα θα είσαι η Β εσύ, και η άλλη έχει δίκιο άρα θα είναι το Α αυτή. Ποια έχει δίκιο;
Ό,τι ξέρεις, ξέρω.



Πφφφ... Πάντως ένα ισχύει: I'm a supergirl and supergirls don't cry.
Πφ... ² Τα 'πα και ελπίζω να ηρέμησα.
Νόουπ, δεν ήταν ποιοτική/βαρυσήμαντη/φιλοσοφική ανάρτηση, απλά κάτι της στιγμής.
'Νύχτα και τα λέμε!





Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Μια μηχανή με επιθυμίες

"...Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν πως ο άνθρωπος είναι μια μηχανή που παράγει συνεχώς επιθυμίες..."




Οι επιθυμίες μας χωρίζονται σε κάποιες κατηγορίες. Υπάρχουν οι υλικές επιθυμίες και οι ψυχικές επιθυμίες.


Οι υλικές επιθυμίες μας συνήθως μας δίνουν παροδική ευχαρίστηση. Ένα κουτί σοκολατάκια με λικέρ (μπλιαχ :Ρ ) από το αγαπημένο σας άνθρωπο, μια φωτογραφική κάμερα από τους φίλους σας, λεφτά για την επαγγελματική σας αποκατάσταση από τη δουλειά/σχολή σας... Όλα φτιαγμένα από αυτά που μας έδωσε η φύση και επεξεργασμένα από τον άνθρωπο.



Οι ψυχικές επιθυμίες μας, προσφέρουν ευχάριστες αναμνήσεις. Η αίσθηση της ευτυχίας όταν βρίσκεσαι με αυτούς που πραγματικά επιθυμείς είναι ανεκτίμητη. Η ανατριχίλα στη ραχοκοκκαλιά σου κατά τη διάρκεια ενός ηλιοβασιλέματος λόγω της προσωπικής και κρυφής σου απόλαυσης κι όχι λόγω του κρύου. Οι πεταλούδες στο στομάχι σου όταν κάποιος επιβεβαιώνει τα συναισθήματά του απέναντί σου είναι κάτι που θυμάσαι μέχρι τα γεράματά σου.



Οπότε ποιος ο λόγος να αναζητούμε την ψυχική ολοκλήρωση στα προϊόντα που εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε;
Και τι θα γίνει εάν ψάξουμε πιο βαθιά τους λόγους που δεχτήκαμε αυτό τα υλικά; Μήπως με τα σοκολατάκια ο άλλος ήθελε να δείξει το ενδιαφέρον του; Μήπως οι φίλοι μας με τη φωτογραφική μηχανή ήθελαν να μας προσφέρουν ευφορία; Μήπως τα λεφτά δείχνουν πως κάποιοι ανώτεροι και πιο μυαλωμένοι από εμάς πιστεύουν σε εμάς;



Άρα... που καταλήγουμε (γιατί ένα πρόβλημα έχει πάντα και τη λύση του, σωστά;) ; Αναζητούμε τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία, την προσωπική μας ολοκλήρωση μέσω των αγαθών που υπάρχουν γύρω μας; Μέσω της νόθης ψυχαγωγίας θέλουμε να γεμίσουμε τον εαυτό μας συναισθήματα ενώ στην πραγματικότητα γινόμαστε χειρότεροι και πιο ευάλωτοι στα χτυπήματα που μπορεί να δεχτούμε από την ατυχία, τη μοίρα, τις συμπτώσεις... ή μήπως όχι; Ποια είναι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα;


Και τελικά, είμαστε πράγματι αυτό που πιστεύουν οι ψυχολόγοι; Κι αν ναι, τότε ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής μας; Το να εκπληρώσουμε όσες περισσότερες επιθυμίες μπορούμε μέσα στα λίγα -ή πολλά- χρόνια που θα ζήσουμε;



Τώρα θα κάθεστε και θα σκέφτεστε:
Πώς της βγήκε να γράψει αυτήν την τελείως κουλή ανάρτηση;
Και εγώ σας απαντώ:
Δε φταίω εγώ. Οι εξετάσεις φταίνε.


Α! Και το άκυρο της μέρας: Τελικά η κοπελίτσα της προηγούμενής μου ανάρτησης, βρήκε την ταυτότητά της στην ιστορία που έχω πλάσει για εκείνη. Ναι, τελικά τη συνέχισα και δεν την παράτησα. Να δω που θα με βγάλει αυτό τώρα...

Καλή σας νύχτα και όνειρα γλυκά!




Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Στιγμές Έμπνευσης

Ένα βράδυ πριν δύο εβδομάδες μια αναλαμπή έμπνευσης έκανε τούκου τούκου στην είσοδο του εγκεφάλου μου. Ακούγοντας ένα ψυχοπλακωτικό κομμάτι από το σάουντρακ μιας υπέροχης ταινίας, μελαγχόλησα και αποφάσισα να γράψω στο Microsoft Word την έμπνευση της στιγμής. Έτσι κι αλλιώς λένε πως αυτές οι στιγμές διαρκούν λίγο και εμφανίζονται σπάνια. Έπρεπε να αδράξω την ευκαιρία.
Ιδού λοιπόν το αριστούργημα του Νανουρίσματος από την ταινία "Pan's Labyrinth" (είναι καλό για μουσική υπόκρουση ενώ διαβάζετε).


Πηγή φωτογραφίας: deviantart

"Είχε νυχτώσει ήδη. Το λιγοστό φως του φεγγαριού τρυπούσε μέσα από τις παλιές κουρτίνες του δωματίου όπου κυριαρχούσε η ησυχία. Στο κρεβάτι δίπλα από το παράθυρο ήταν ξαπλωμένη μια νέα κοπέλα με τα άτια ορθάνοιχτα. Έβλεπε πως η σκιά άφηνε το φως της Σελήνης να εισβάλει στα εδάφη της και μετρούσε κάθε σαντιμέτρ που κέρδιζε το φως στη μάχη εκείνη.


Άλλη μια άγρυπνη νύχτα. Εφτά στο σύνολο όλες οι άγρυπνες νύχτες που είχε περάσει. Τα μάτια της κοίταξαν αλλού, αφήνοντας για λίγο την εμπόλεμη ζώνη στο πάτωμα, και εστίασαν στις ρίγες που είχε το σεντόνι του κρεβατιού της. Κίτρινο, μπλε, πράσινο, άσπρο, ροζ, μωβ, κόκκινο... Κόκκινο. Λάθος χρώμα. Ένιωσε το λαιμό της να ξερένεται και τα μάτια της κοίταξαν το ταβάνι.


«Υπάρχει μόνο μαύρο και άσπρο. Κανένα άλλο χρώμα. Μαύρο και άσπρο. Μαύρο και άσπρο. Τίποτα άλλο εκτός από μαύρο και άσπρο» άρχισε να λέει ενώ έσφιγγε τα δόντια της. Τα σκασμένα χείλη της κουνιόντουσαν με τρελή ταχύτητα καθώς έλεγε ψιθυριστά αυτά τα λόγια. Σταμάτησε όταν η κατάσταση του λαιμού της δεν της επέτρεψε την επανάληψη των χρωμάτων.


Ήξερε πόσο εξαντλημένο ήταν το σώμα της αφού εκείνη η ίδια το είχε φέρει σε εκείνη την κατάσταση. Έτρεμε ολόκληρη νιώθοντας παγωμένα τα πόδια της ενώ διένυε τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να κουνήσει κάποιο μέλος του σώματός της γιατί δεν υπήρχε ούτε μια στάλα δύναμης μέσα της. Ψυχικής και σωματικής. Ήξερε βέβαια πως η μια φέτα ψωμί που έφαγε το μεσημέρι συνέβαλε σε αυτήν της την κατάσταση αλλά δεν μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα.


Ο λαιμός της επιζητούσε λίγο νερό, το είχε ανάγκη. Κίνησε πάλι τα μάτια της προς την πόρτα. Κοίταξε κάτω στο πάτωμα και είδε την -παγωμένη πια- σούπα της και ένα ποτήρι νερό. Φανταζόταν πως θα έτρεχε προς τα εκεί σαν αγρίμι, χρησιμοποιώντας ηράκλεια δύναμη. Έβλεπε πως θα έπιανε το ποτήρι με τρεμάμενα χέρια, φοβούμενη πως θα το χύσει όλο κάτω. Ένιωθε την αίσθηση του κρύου νερού στα ξερά της χείλη και την ανακούφιση του λαιμού της στο υγρό. Ήξερε ήδη το δρόμο που θα τραβούσε η μια γουλιά που θα έπινε... Τότε το στομάχι της διπλώθηκε στα δύο και η όποια επιθυμία της για νερό χάθηκε στη στιγμή. Επέστρεψε στην πραγματικότητα και έπεισε τον εαυτό της πως δε βρισκόταν σε θέση να ενδιαφέρεται για την υγεία της.


Τα μάτια της καρφώθηκαν και πάλι στο πάτωμα. Πολλά είχαν συμβεί εκεί ενώ εκείνη ονειροπωλούσε. Το φως υποχωρούσε και η σκιά επέστρεφε θριαμβευτικά στα παλιά της λιμέρια. Παρέμεινε ακίνητη ξέροντας πως γνώριζε το τέλος εκείνης της μάχης πριν καν αρχίσει.


«Η σκιά νικάει πάντα, όσο ισχυρό κι αν είναι το φως...» ψιθύρισε και τα μάτια της παρέμειναν κλειδωμένα στην υποχώρηση του φωτός."




Πολύ μελό; Πολύ κατατονικό; Πολύ απαισιόδοξο;
Έτσι ήταν η διάθεσή μου εκείνη την στιγμή και μπορώ να πω πως έγινε και χειρότερα μετά από αυτό το κομμάτι.
Δεν πρόκειται να ξαναγράψω κάτι ακόμη κι αν έχω την έμπνευση του Ντοστογιέβσκι.


Καλό σας βράδυ.